δυτικός


δυτικός
[дитикос] εκ. западный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δυτικός" в других словарях:

  • δυτικός — ή, ό западный; ΦΡ. Δυτική Εκκλησία η Римская или Католическая Церковь (в отличие от Православной Восточной) …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δυτικός — able to dive masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυτικός — ή, ό (AM δυτικός, ή, όν) αυτός που βρίσκεται προς το μέρος τής δύσης ή προέρχεται από εκεί μσν. νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη δύση («δυτικός πολιτισμός») 2. φρ. «δυτική Εκκλησία» η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αρχ. 1. ο ικανός στις… …   Dictionary of Greek

  • δυτικός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που βρίσκεται στη δύση ή προέρχεται από τη δύση: Δυτικός άνεμος. 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη Δύση: Ακολουθεί το δυτικό τρόπο ζωής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ντβινά, Δυτικός — (ρωσ. Zapadnaya Dvina, λετον. Daugava). Ποταμός (1.020 χλμ.) της Ρωσίας, που εκβάλλει στη Βαλτική θάλασσα. Πηγάζει από τα υψώματα Βαλντάι (Ρωσική Δημοκρατία), λίγο βορειότερα της Αντρεαπόλ· αρχικά ρέει προς ΝΔ αγγίζοντας το Βελίτς και συμβάλλει… …   Dictionary of Greek

  • δυτικά — δυτικός able to dive neut nom/voc/acc pl δυτικά̱ , δυτικός able to dive fem nom/voc/acc dual δυτικά̱ , δυτικός able to dive fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυτικώτερον — δυτικός able to dive adverbial comp δυτικός able to dive masc acc comp sg δυτικός able to dive neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυτικωτέρων — δυτικός able to dive fem gen comp pl δυτικός able to dive masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυτικῶν — δυτικός able to dive fem gen pl δυτικός able to dive masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δυτικόν — δυτικός able to dive masc acc sg δυτικός able to dive neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)